5.01.2010

η εξουσία μας χειραγωγεί παίζοντας με τους φόβους

Το τελευταίο βιβλίο «Το ρευστό παρόν. Κοινωνικοί φόβοι και η εμμονή της ασφάλειας», του Βρετανού, πολωνικής καταγωγής, Ζίγκμουντ Μπάουμαν,


Το τελευταίο βιβλίο «Το ρευστό παρόν. Κοινωνικοί φόβοι και η εμμονή της ασφάλειας», του Βρετανού, πολωνικής καταγωγής, Ζίγκμουντ Μπάουμαν, από τους σημαντικότερους σύγχρονους κοινωνιολόγους και στοχαστές, κυκλοφόρησε πρόσφατα στη γαλλική αγορά, μετά την έκδοση της «Ρευστής ζωής» και της «Πολιορκημένης κοινωνίας» που είχαν συγκεντρώσει το ενδιαφέρον ειδημόνων και αναγνωστικού κοινού.

Οι σταθερές του παρελθόντος έχουν αντικατασταθεί, κατά τον Μπάουμαν, από μια ρευστότητα που χαρακτηρίζει την εποχή μας, τόσο σε επίπεδο πολιτικής όσο και κοινωνίας, αυτήν την εποχή της παγκοσμιοποίησης.

Σε συνέντευξη στο περιοδικό «Νουβέλ Ομπσερβατέρ», αναλύει, μεταξύ άλλων, τους λόγους που προκαλούν τους κοινωνικούς φόβους και τον τρόπο με τον οποίο τους εκμεταλλεύεται η εξουσία:

«Ο μοντερνισμός είχε ως στόχο να "διαλύσει τις σταθερές" όχι λόγω κάποιας κατ' αρχήν εχθρότητας προς αυτές, αλλά γιατί οι σταθερές που κληρονομήσαμε από το παρελθόν δεν ήταν αρκετά σίγουρες. Επρεπε να ρευστοποιηθούν οι δομές και τα μοντέλα που μεταφέρθηκαν από το παλαιό καθεστώς και να χυθούν και πάλι σε νέα καλούπια πιο στερεά και πιο διαρκή. Ωστόσο, σήμερα, αυτή η ρευστοποίηση δεν εκλαμβάνεται ως ένα "ενδιάμεσο στάδιο" το οποίο θα οδηγήσει σε μια "κατάσταση τελειότητας" όπου δεν θα χρειάζεται πλέον καμία βελτίωση. Το να "είσαι νεωτεριστής" ισοδυναμεί στο εξής με έναν μοντερνισμό ανεξέλεγκτο, παρορμητικό, σε μια εμμονή που δίνει, σε κάθε μορφή, περιστασιακή ύπαρξη μέχρι να ανακαλύψουμε ή να επινοήσουμε μια νέα. Ο "ρευστός μοντερνισμός" είναι μια κατάσταση της κοινωνίας η οποία -όπως όλα τα ρευστά- δεν μπορεί (και δεν θέλει) να διατηρήσει για πολύ τη μορφή του».

- Τί είδους φόβους μάς έχει δημιουργήσει ο μοντερνισμός;

«Διάχυτους φόβους, συγκεχυμένους, αιωρούμενους... Αυτοί οι φόβοι, που γεννήθηκαν από την αβεβαιότητα (πόσο χρόνο θα διαρκέσουν τα κριτήρια των σημερινών μου επιλογών;), από τη δημόσια ανασφάλεια (πόσο καιρό θα διαρκέσει η τωρινή μου κοινωνική θέση;) και την προσωπική (σε ποιους κινδύνους, γνωστούς ή προς το παρόν άγνωστους, εκτίθεται το σώμα μου;), συνδυάζονται. Ενώνονται προκαλώντας ένα άγχος με σκοτεινά κίνητρα που ωθεί τα άτομα να αναζητούν απεγνωσμένα έναν στόχο πάνω στον οποίο να το προβάλλουν -ακόμη και με εφήμερο τρόπο, μέχρι να αντιληφθούν πως αυτή η προβολή δεν χρησίμευσε σε τίποτε, δεν εξαφάνισε τους φόβους τους. Εξαιτίας αυτής της σύγχυσης οι σύγχρονοι φόβοι προσφέρονται άνετα για κάθε είδους χειραγωγήσεις. Μπορούν στο εξής να τους εκμεταλλευτούν για πολιτικούς και εμπορικούς σκοπούς, είτε μια βιομηχανία κατανάλωσης προς άγρα κερδών, είτε πολιτικοί που ζητούν υποστήριξη...»

-Ο φόβος της ανασφάλειας και η απαίτηση προστασίας είναι ισχυρότεροι από οποιαδήποτε άλλη εποχή;

«Πιο ισχυροί, είναι δύσκολο να το πεις: Πώς είναι δυνατόν να συγκρίνεις φόβους διαφορετικών γενεών; Αλλά εν πάση περιπτώσει, έχουν γίνει ακόρεστοι αφού δύο από τις πηγές τους, η αβεβαιότητα και η ανασφάλεια, ξεφεύγουν στο εξής από τον έλεγχο όλων των ικανών δυνάμεων μιας ελεύθερης και αποτελεσματικής δράσης και ιδιαίτερα από αυτήν του κράτους-έθνους. Η επιθυμία να νικήσεις τους φόβους σου οδηγεί στο να υποτιμάς τον τρίτο τομέα, αυτόν της προσωπικής ασφάλειας (προσπαθώντας να απαλλαγείς από τους ξένους, τους ανεπιθύμητους, το εγκληματικό λούμπεν προλεταριάτο των προαστίων, τους ανέντιμους αντιπροσώπους της φαρμακευτικής και τροφικής βιομηχανίας, τους ζητιάνους, τους πάσης φύσεως υπόπτους, τους ηδονοβλεψίες, και άλλους «ενοχλητικούς», τους αγενείς γείτονες, τους καπνιστές κ.ά. ) γιατί είναι ο μόνος τομέας όπου η πολιτική εξουσία και οι έμποροι ασφάλειας μπορούν να δράσουν και να δείξουν πως κάτι κάνουν. Ομως εάν μια τέτοια διαδικασία διάσπασης προς άλλους στόχους μπορεί να ηρεμήσει για κάποιο χρονικό διάστημα αυτή την απαίτηση για δράση, δεν μπορεί να εξαφανίσει τους φόβους που έχουν δημιουργήσει. Ετσι, η αναζήτηση ενόχων και η επινόηση νέων στόχων ασφάλειας συνεχίζεται εις το διηνεκές».

- Η παγκοσμιοποίηση μπορεί να έχει θετικό ρόλο;

«Η παγκοσμιοποίηση είναι αναπόφευκτη. Ζούμε ήδη σε έναν κόσμο διασυνδέσεων και αλληλεξάρτησης σε πλανητική κλίμακα. Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί κάπου επηρεάζει τη ζωή και το μέλλον των ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο. Οταν αξιολογούμε τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε ένα συγκεκριμένο τόπο, πρέπει να συνυπολογίζουμε τις αντιδράσεις και στον υπόλοιπο κόσμο. Καμία κυρίαρχη χώρα, όσο μεγάλη, όσο πλούσια, όσο πυκνοκατοικημένη κι αν είναι, δεν μπορεί μόνη της να προφυλάξει τις συνθήκες ζωής της, την ασφάλειά της, τη μακρόχρονη ευμάρειά της, το κοινωνικό της μοντέλο ή την ύπαρξη των κατοίκων της. Η αμοιβαία μας εξάρτηση ασκείται σε παγκόσμια κλίμακα. Είμαστε ήδη -και θα παραμείνουμε για πάντα- αντικειμενικά υπεύθυνοι οι μεν για τους δε. Ούτως ή άλλως από τη στιγμή που μοιραζόμαστε τον ίδιο πλανήτη, τίποτε ή σχεδόν τίποτε, δεν δείχνει πως είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε σοβαρά την υποκειμενική ευθύνη της αντικειμενικής μας ευθύνης.

Και γι' αυτό προς το παρόν η παγκοσμιοποίηση περιχαράσσεται απ' το κεφάλαιο, τα χρηματιστήρια, το εμπόριο, την πληροφόρηση, την εγκληματικότητα, τη διακίνηση ναρκωτικών, την τρομοκρατία... Και γίνεται αντιληπτή σαν ένα γεγονός που υφίστανται οι κάτοικοι του πλανήτη μας και που τους καταλαμβάνει όλους εξαπίνης, παρά ως μια διαδικασία που θα είμαστε αποφασισμένοι να εφαρμόσουμε μαζί για να μοιραστούμε τους καρπούς. Απέναντι στις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, τα εργαλεία μας της πολιτικής δράσης παραμένουν απελπιστικά τοπικά. Οι δυνάμεις που αποφασίζουν πραγματικά για το μέλλον μας, ξεφεύγουν από τον έλεγχο της πολιτικής. Και αν η πραγματική δύναμη δράσης παραμένει εκτός κάθε πολιτικού ελέγχου, η πολιτική είναι καταδικασμένη σε μια επαναλαμβανόμενη αποτυχία.

Η θετική παγκοσμιοποίηση, εκείνη που θα μπορεί να συμφιλιώσει, αλλά αυτή τη φορά σε παγκόσμια κλίμακα, το χωρισμένο ζευγάρι που αποτελούν η εξουσία και η πολιτική, άλλοτε ενωμένα στο έθνος-κράτος, μένει να επινοηθεί».

Ο Μπάουμαν, που γνώρισε από κοντά την πτώση των δύο μεγάλων ολοκληρωτισμών του 20ού αιώνα, λέει για το μάθημα από αυτά τα δύο καθεστώτα:

«Το πιο φοβερό, το πιο τρομακτικό μάθημα που διδασκόμαστε από το Ολοκαύτωμα και το Γκουλάγκ είναι ότι τα πιο φρικτά εγκλήματα δεν έγιναν αναγκαστικά από τέρατα -τα οποία θα μπορούσαμε να είχαμε εντοπίσει και αφοπλίσει- αλλά από "συνηθισμένους ανθρώπους", καλούς συζύγους, αγαπημένους γονείς, εξυπηρετικούς γείτονες -οι οποίοι μπορούν -με το που θα το επιτρέψουν οι συνθήκες- να συμμετάσχουν σε τέτοια εγκλήματα. Οι ψυχίατροι που κλήθηκαν να γνωμοδοτήσουν πάνω στις πνευματικές ικανότητες του Αϊχμαν, κατέληξαν στο ότι όχι μόνο ήταν απόλυτα πνευματικά υγιής, αλλά και ότι ενσάρκωνε ένα πραγματικό μοντέλο ηθικών αρετών ενός κανονικού πολίτη.

Πιστεύω πως αυτό το μάθημα είναι επίκαιρο στη σημερινή συγκυρία του "ρευστού μοντερνισμού", παρ' όλο που αυτός ανέτρεψε τις στρατηγικές κυριαρχίας και υποταγής και απέρριψε ως προς την ουσία τους τις ολοκληρωτικές μεθόδους, θεωρώντας τες υπερβολικά επιβαρυντικές, δαπανηρές και κυρίως αταίριαστες με τον καταναλωτισμό».

ελευθεροτυπία 6 ΙΟΥΝ 2007 της Βίκης Τσιώρου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου